Νοσταλγικές βόλτες με αυτοκρατορικές μνήμες αλλά και ατμοσφαιρικά boutique hotels, ιστορικά cafes και τρελά bars, παραδοσιακά τραμ αλλά και φίνο shopping.
Ο Κύρος Κόκκας απολαμβάνει τη γλυκιά αίσθηση παρακμής που αναδίδει το ιστορικό κέντρο της Λισαβόνας, προτείνοντας ταυτόχρονα insider’s tips για ν’ απολαύσετε το πιο σύγχρονο πρόσωπό της.
Ένα μονοβάγονο τραμ, το eletrico, ανεβαίνει την ανηφόρα της παλιάς πόλης πλάι στην πλατεία Sao Tome.
Παρήγγειλα μια «μπίκα», τον πορτογαλικό espresso, και κάθισα σ’ ένα μαρμάρινο τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού. Από παντού ξεχείλιζε μια ατμόσφαιρα «ελεγχόμενης» παρακμής: χαμηλός φωτισμός, παλιά σκουρόχρωμα έπιπλα από τις αρχές του 20ού αιώνα, ζωγραφισμένο ταβάνι, μεγάλοι πολυέλαιοι... Βρισκόμουν στην «Brasileira», το πιο φημισμένο καφενείο της Λισαβόνας, στην Πάνω Πόλη. Εκεί όπου διανοούμενοι, αστοί και τουρίστες παρελαύνουν ασταμάτητα. Στη γειτονιά αυτή, το Σιάντο, συναντά κανείς ό,τι πιο ενδιαφέρον: από φίνο κόσμο μέχρι καλά καταστήματα, cafes, εκκλησίες, γκαλερί και casas de fados. Eίναι η γειτονιά που έδινε έμπνευση στον μεγαλύτερο ποιητή της σύγχρονης Πορτογαλίας, τον Φερνάντο Πεσόα, και στην «Brasileira», με τον δυνατό καφέ και τα δεκάδες παραδοσιακά γλυκά, ερχόταν σχεδόν καθημερινά.
Τριγυρίζοντας στους δρόμους, συνειδητοποιείς ότι όλα σε κάτι παραπέμπουν, κάτι νοσταλγούν. Σπάνια συναντάς πόλεις χτισμένες εξολοκλήρου σε μια εποχή, με μία και μοναδική τεχνοτροπία κι ελάχιστες παρεμβάσεις. Η Λισαβόνα είναι μία από αυτές, τουλάχιστον το ιστορικό κέντρο. Ένας καταστροφικός σεισμός το 1755 ισοπέδωσε τη μεσαιωνική πόλη και το τσουνάμι που ακολούθησε ολοκλήρωσε την καταστροφή. Όμως, σχεδόν αμέσως, έπειτα από υπεράνθρωπες προσπάθειες, η Παλιά Πόλη ξαναχτίστηκε με νέα, ορθογώνια ρυμοτομία και ομοιογενή ρυθμό.
Το μνημείο των εξερευνητών στην όχθη του Τάγου, λίγο πριν εκβάλει στον Ατλαντικό.
Ήταν η εποχή που η πρώην κραταιά πορτογαλική αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή. Τα διαμάντια και ο χρυσός της Βραζιλίας τελείωναν, οι Ολλανδοί πολιορκούσαν τις κτήσεις της Ινδίας, τα Νησιά των Μπαχαρικών περνούσαν στα χέρια των Άγγλων και των Ολλανδών. Με μυστηριώδη τρόπο αυτή η ατμόσφαιρα μελαγχολίας και παρακμής έχει αποτυπωθεί και στην αυστηρή αρχιτεκτονική της πόλης – το πορτογαλικό μπαρόκ είναι πιο συγκρατημένο από το βαρυφορτωμένο ισπανικό και το γαλλικό· τα στολίδια είναι λιγότερο φανταχτερά και η χρήση τους πιο μετρημένη.
Η μόνη περιοχή που έμεινε ανεπηρέαστη από το σεισμό του 1755 είναι η Αλφάμα. Χτισμένη σε λόφο, με γερά θεμέλια, η Αλφάμα αποτελεί τον ιστορικό πυρήνα της Λισαβόνας. Εδώ βρισκόταν ο πρώτος οικισμός, στριμωγμένος γύρω από τα τείχη του φρουρίου του Αγίου Γεωργίου, στην κορυφή του λόφου. Πολύχρωμα σπίτια πολλών αιώνων, με τους σοβάδες να ξεφτίζουν από την υγρασία του Ατλαντικού, στέκουν γαντζωμένα στις πλαγιές.
Για ν’ αποφύγουν τη φθορά από την υγρασία, πολλά κτίρια είναι καλυμμένα με αμέτρητα πλακάκια, τα αζουλέζος ( που σημαίνει γαλαζωπά, λόγω του μπλε χρώματος που είχαν όταν πρωτοεμφανίστηκαν ). Τα αζουλέζος, όμως, παρότι αρχικά ήταν χρηστικά αντικείμενα, γρήγορα εξελίχτηκαν σε τέχνη. Ολόκληροι ζωγραφικοί πίνακες σε πλακάκια με αποχρώσεις του μπλε στολίζουν τα παλιά μέγαρα και τις εκκλησίες. Σήμερα έχουν προστεθεί περισσότερα χρώματα στην παλέτα, ωστόσο η γοητεία των παλιών μονοχρωματικών παραμένει ανυπέρβλητη.
οητεία των παλιών μονοχρωματικών παραμένει ανυπέρβλητη.
Το εστιατόριο του «Fontana Park Hotel».
Αποφάσισα να εξερευνήσω την Αλφάμα μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, το τραμ. Σε δρόμους όπου θα αγκομαχούσα ανεβοκατεβαίνοντας, το μικρό eletrico της γραμμής 28, ένα βαγόνι από τα τέλη του 19ου αιώνα ( ! ), γλιστρούσε αβίαστα στις ράγες. Τα eletricos, τα μονοβάγονα τραμ, είναι σήμα κατατεθέν της Λισαβόνας. Δεκάδες αναρριχώνται στις ανηφόρες της Αλφάμα ή φρενάρουν γρυλίζοντας στις κατηφόρες της.
Το δικό μου, ένα κατακόκκινο βαγόνι, είχε ξεκινήσει από την απέραντη Πλατεία του Εμπορίου, κοντά στην προκυμαία, και αφού έστριψε αρκετές φορές στα στενά σοκάκια, πήρε την ανηφόρα της Αλφάμα. Θαύμαζα την τεράστια πέτρινη πρόσοψη της μεσαιωνικής μητρόπολης με τα γοτθικά τόξα και τα βιτρό. Περνούσα ξυστά από μπακάλικα και φούρνους – θα μπορούσα να πάρω ένα καρβέλι ή μερικά σταφύλια αν άπλωνα το χέρι.
Το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής μέχρι την κορυφή και το κάστρο το έκανα με τα πόδια. Από τις πολεμίστρες, η πανοραμική θέα της Λισαβόνας κόβει την ανάσα. Χτισμένη σ’ επτά λόφους, όπως η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, παρουσιάζει ένα κυματιστό ανάγλυφο με δρόμους που ανεβοκατεβαίνουν και στρίβουν, σπίτια κι εκκλησίες που φυτρώνουν ανάμεσα σε πάρκα, δέντρα και φοίνικες στα πιο απίθανα μέρη. Το «δυνατό σημείο» της πόλης είναι τα διάσπαρτα παρατηρητήρια, τα miradouros. Ανοίγματα στον πυκνό ιστό των κτιρίων, σε στρατηγικά σημεία των λόφων, προσφέρουν εκπληκτική θέα – από διαφορετική οπτική γωνία το καθένα. Διαμορφωμένα σαν μικρά πάρκα, με παρτέρια, σιντριβάνια και παγκάκια, προσφέρονται για ξεκούραση ( για τους τουρίστες ) και για... καυτά φιλιά και όρκους αιώνιας πίστης ( για τους ντόπιους ερωτευμένους )!
Θέα στον Τάγο από το μπαλκόνι του Πύργου του Μπελέμ, ενός μεσαιωνικού φρουρίου από άσπρο μάρμαρο στην είσοδο της πόλης από τον Ατλαντικό.
Το πιο εντυπωσιακό παρατηρητήριο της Λισαβόνας, βέβαια, δεν είναι πλατεία, αλλά... ασανσέρ! Είναι ο ανοικτός ανελκυστήρας της Σάντα Ζούστα ( Santa Justa ), μια στήλη 30 μέτρων, που κατασκευάστηκε το 1898 για να ενώσει την Κάτω Πόλη με την Πάνω, συνδέοντας έτσι τις δύο άκρες ενός γκρεμού. Το νεο-γοτθικό στιλ και η αρθρωτή μεταλλική του κατασκευή δείχνουν την ξεκάθαρη επίδραση του Άιφελ, που μόλις τότε άρχιζε να γίνεται γνωστός από τον ομώνυμο πύργο του στο Παρίσι.
Αν το κέντρο της Λισαβόνας είναι η καρδιά της και η Αλφάμα η ψυχή της, τότε η γειτονιά του Μπελέιν ( Belem ) είναι η ανάμνηση της χρυσής της νιότης.
Η Λισαβόνα είναι χτισμένη στη βόρεια όχθη του ποταμού Τάγου, λίγο προτού εκβάλλει στον Ατλαντικό. Μερικά χιλιόμετρα προς τη θάλασσα βρίσκονταν το εμπορικό λιμάνι και οι ιστορικές αποβάθρες του Μπελέιν. Από κει ξεκίνησε το 1497 ο Βάσκο ντα Γκάμα για την Ινδία και από δω άνοιγαν αργότερα τα πανιά τους οι καραβέλες για τον απέραντο καινούργιο κόσμο που μόλις είχαν ανακαλύψει οι Πορτογάλοι θαλασσοπόροι.
Σε ανάμνηση εκείνου του ιστορικού ταξιδιού που άλλαξε για πάντα την εικόνα του κόσμου και τη ροή της Ιστορίας, ο βασιλιάς Ντον Μανουέλ ο Ευτυχής έχτισε εδώ το πελώριο μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου. Ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα από λευκό μάρμαρο, με γοτθικά στοιχεία διανθισμένα με ναυτικά θέματα: αχιβάδες, παλαμάρια, λαγουδέρες, στιλιζαρισμένα λουλούδια, φύλλα και θαλασσινά τέρατα. Στο μοναστήρι, στο νάρθηκα του κυρίως ναού, βρίσκονται οι τάφοι των δύο μεγαλύτερων αντρών της Πορτογαλίας, του Βάσκο ντα Γκάμα και του εθνικού ποιητή Λουίς ντε Καμόενς. Ο τελευταίος, ποιητής του 16ου αιώνα, θεωρείται ο θεμελιωτής της πορτογαλικής γλώσσας και στο επικό του ποίημα «Os Lusiadas» ύμνησε την Ιστορία των Ανακαλύψεων και το πρώτο ταξίδι των συμπατριωτών του στην Ινδία. Λίγο πιο μπροστά από το μοναστήρι βρίσκεται ο πύργος του Μπελέιν, ίσως το πιο όμορφο μικρό φρούριο στον κόσμο. Όταν χτίστηκε το 1515, βρισκόταν σ’ ένα νησάκι στη μέση του Τάγου, όμως η αλλαγή του ρου και οι προσχώσεις το έχουν πια συνδέσει με τη στεριά. Η αρχιτεκτονική του είναι ιδιάζουσα, αφού συνταιριάζει μαροκινές και βενετσιάνικες επιρροές, δίνοντας μια ιδιαίτερη όψη στο κτίσμα που συναντούσαν πρώτο οι θαλασσοπόροι όταν επέστρεφαν από μακροχρόνια ταξίδια. Από το ψηλότερο μπαλκόνι, έναν εξώστη του πέμπτου ορόφου, η θέα είναι μαγευτική. Οι δύο όχθες του Τάγου, καταπράσινες, αφήνουν ανάμεσά τους να μπαίνει το θαλασσινό νερό της παλίρροιας, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβαση των πλοίων στον Ατλαντικό. Στο βάθος του ορίζοντα φαίνονται τα κύματα του πάντα αγριεμένου ωκεανού. Από δω έφευγαν οι καραβέλες για «πελάγη που κανείς πρωτύτερα δεν είχε ταξιδέψει», όπως έγραψε ο Καμόενς. Από δω ξεκινούσαν οι αντιβασιλείς με τη λαμπρή τους συνοδεία κάθε τέσσερα χρόνια για το μακρινό κράτος της Ινδίας. Από δω έφευγαν οι ιεραπόστολοι για την Ιαπωνία και οι χρυσοθήρες που όργωναν τη Βραζιλία. Από δω οι πλούσιοι γαιοκτήμονες πήγαιναν στις φυτείες στην Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και δω επέστρεφαν οι καραβέλες ξεχειλισμένες με μπαχαρικά και θησαυρούς από την Ανατολή – την εποχή που η Λισαβόνα ήταν το κέντρο της Γης.
Φουτουριστικά γλυπτά στην Πλατεία Δημαρχείου, στην Cidade Baixa (Κάτω Πόλη).
Με αυτές τις σκέψεις και μελαγχολική διάθεση για τα περασμένα μεγαλεία της πόλης, πήρα το δρόμο του γυρισμού για το κέντρο. Με μια μικρή παράκαμψη, την πιο γλυκιά όλης της πόλης: μόλις λίγα μέτρα από το μεσαιωνικό μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου, βρίσκεται ένα μικρό και αδιάφορο ζαχαροπλαστείο με μπλε τέντες ( Rua de Belem 84-92 ), τόσο αδιάφορο, ώστε τα πλήθη που μπαινοβγαίνουν με σταθερή ροή να προκαλούν έκπληξη. Μέσα επικρατεί αναβρασμός, πρέπει να στηθείς στην ουρά για να φτάσεις στον πάγκο. Τεράστια ταψιά βγαίνουν κάθε τόσο από τους φούρνους φορτωμένα με δεκάδες παστέις ντε νάτα: μικρές τάρτες από σφολιάτα με κρέμα που μοσχοβολάει βανίλια. Με μια μυστική συνταγή που κρατείται επτασφράγιστη από το 1837, εδώ κατασκευάζονται τ’ αυθεντικά παστέις του Μπελέιν, διάσημα σε όλη τη χώρα. Έχοντας ίσα ίσα «αρπάξει» από το φούρνο, με μια λεπτή καστανή κρούστα, πασπαλισμένα με κανέλα, αυτός ο συνδυασμός τραγανού φύλλου και βελούδινης κρέμας είναι ό,τι πρέπει. «Έξι» παρήγγειλα στο σερβιτόρο, που γούρλωσε τα μάτια. «Τα πέντε τυλιγμένα», πρόσθεσα και τα μπάλωσα κάπως. Ποτέ δεν έμαθε ότι κανένα δεν κατάφερε να φτάσει μέχρι το ξενοδοχείο...πηγηΦωτό Κύρος Κόκκας
Λισαβόνα Νοσταλγικές βόλτες με αυτοκρατορικές μνήμες
Next
« Prev Post
« Prev Post
Previous
Next Post »
Next Post »
TOP εβδομαδας
-
Τσουρεκοκεικ με ζαχαρη και κανελα! Εγω μόνο που το βλέπω θέλω να μπω στην οθόνη!!!Πολύ λαχταριστο!!! Για τη ζυμη…. 100 γρ ζαχαρη, 125 γρ λι...
-
Ο Ιταλός καλλιτέχνης Eron ασχολείται με τα γκράφιτι, με τα οποία δεν διακοσμεί μόνο τους δρόμους, αλλά και τοίχους εσωτερικού χώρου. Ένα...
-
Οι αρχές του feng shui μας προσφέρουν έναν βασικό οδηγό που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να βρούμε την ειρήνη, την ηρεμία και τη θετική...
-
ΥΛΙΚΑ 2 φλυτζ.καρύδια κοπανισμένα 2 φλυτζ. φρυγανιά τριμμένη 2 φλυτζ.ζάχαρη 2 κ.γ. κανέλλα 1/2 κ.γ. σόδα μαγειρικής 6 αυγά 1 ποτήρι του κρ...
-
Υλικά συνταγής 2/3 φλιτζανιού του τσαγιού αλεύρι για όλες τις χρήσεις 1/2 φλιτζάνι του τσαγιού χλιαρό νερό 1 κουταλάκι του γλυκού αλάτι...
-
Αν έλεγα πριν από λίγα χρόνια ότι θα πήγαινα βόλτα σε ένα μέρος, που στο πρόσφατο παρελθόν, ήταν συνδεδεμένο με μάχες, δεν θα το πίστευα μ...
-
Η 106χρονη Σταυρούλα Κατσαρού ζει σε ένα γραφικό σπιτάκι στην Άνω Μυρτιά Αιτωλοακαρνανίας. Μπαίνοντας σε αυτό θαρρείς πως ανοίγεις ένα παρά...
